Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Θέλεις να χαράξουμε τα ονόματά μας στο ξύλο;







«Θέλεις να χαράξουμε τα ονόματά μας στο ξύλο;»
 «Όχι» μου απάντησες.
Εγώ ήθελα να νοιώσουμε λίγο παιδιά. Ήξερα γιατί δεν ήθελες. Δεν χρειάστηκε να σε ρωτήσω…Δεν άντεχες να πληγώνεις. Κυρίως αυτά που σου μετέφεραν συναίσθημα.

Εκνευριζόσουν ακόμα και όταν έπαιζαν το αγαπημένο σου τραγούδι. Δεν ήθελες να σπαταλάνε άσκοπα την δύναμή του. Το φύλαγες για ειδικές στιγμές. Άλλοι σε έλεγαν περίεργο, άλλοι ευαίσθητο. 

Δεν έδινες σημασία. Απλά έγραφες. Οι σελίδες σε καταλάβαιναν περισσότερο από τους ανθρώπους. Και ήταν πάντα εκεί. Σε περίμεναν να σε ακούσουν και να σε καταλάβουν. Σε περίμεναν να τις χαϊδέψεις αφήνοντας το σημάδι σου πάνω τους. Σου επέτρεπαν να είσαι αυτό που θέλεις εσύ να είσαι. Τις εμπιστευόσουνα. Δεν σε έκριναν, δεν σε χαρακτήριζαν, αν και το ήθελαν κάποιες στιγμές. Αλλά σε ήθελαν μέσα στην αυθεντική σου ελευθερία. Μια ελευθερία στο κλουβί σου.

«Θέλεις να γράψουμε τα ονόματά μας στο ξύλο;»
«Θέλω» και μου χάρισες ένα γλυκό χαμόγελο…

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Ψωμί και Εντολή




Ένας ηλικιωμένος κύριος, γονατιστός στην άκρη του δρόμου, άπλωνε  το χέρι προς τα αυτοκίνητα που περνούσαν. Γονατιστός. Φώναζε για ψωμί. Φώναζε. Τα ρούχα του, τσαλακωμένα, τρύπια και βρώμικα. Μαύρα. Δεν παρακαλούσε. Απλά φώναζε ‘’ψωμί’’. Γονατιστός, στην άκρη του δρόμου.
Λίγα μέτρα πιο κάτω, στην πλατεία, ένας ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος ζήταγε ‘’εντολή’’ από τους λιγοστούς παρευρισκομένους. Το λένε και ‘’ψήφο’’. Τα ρούχα του ήταν καθαρά και σιδερωμένα .

Ο ηλικιωμένος,  γονατιστός  κύριος στην άκρη του δρόμου φώναζε για ψωμί. Ο ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος φώναζε για ‘’εντολή’’.
Πολλοί έσφιξαν το χέρι του ηλικιωμένου αρχηγού κόμματος.
Κανένας δεν άγγιξε το χέρι του ηλικιωμένου κυρίου στην άκρη του δρόμου.

Ο ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος αποχώρησε με το ακριβό του αυτοκίνητο, το οποίο είχε τον οδηγό του.
Ο ηλικιωμένος,  γονατιστός  κύριος στην άκρη του δρόμου αποχώρησε περπατώντας με την βοήθεια μιας μαγκούρας.

Ο ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος κατευθύνθηκε προς το πολυτελές σπίτι του.
Ο ηλικιωμένος γονατιστός κύριος, ποιός ξέρει για πού;

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Η Συνήθεια Του Θανάτου Βλάπτει Σοβαρά Εμάς Και Τους Γύρω Μας...



Τον συνηθίσαμε τον θάνατο. Των άλλων τον θάνατο, όχι τον δικό μας, όχι των αγαπημένων μας ανθρώπων. Οι ειδικοί μιλούν για δύο αυτοκτονίες την ημέρα μέσα στο 2010. Και εμείς σοκαριστήκαμε μόνο με μία δημόσια αυτοκτονία στο Σύνταγμα. Με όλες τις υπόλοιπες γιατί δεν σοκαριστήκαμε, γιατί δεν αντιδράσαμε, γιατί δεν συγκεντρωθήκαμε στις πλατείες; Γιατί δεν ξυπνήσαμε;
            Μια δημόσια αυτοκτονία. Μια δημόσια κραυγή που πρέπει να φτάσει στα αυτιά όλων μας. Ένας άνθρωπος θέλησε να μας πει πολλά με μία μόνο πράξη. Μια πράξη που του πήρε τη ζωή. Τα «λόγια» του δεν τα ακούγαμε. Ίσως για πολλούς ήταν μια φασαρία στα αυτιά τους.
            Έχουμε ξεχάσει να μπαίνουμε στην θέση του άλλου. Έχουμε ξεχάσει ότι και οι άλλοι έχουν προβλήματα εκτός από εμάς. Τα ίδια ή και μεγαλύτερα. Έχουμε/είχαμε ξεχάσει την λέξη ‘’αλληλοβοήθεια’’. Θέλω να πιστεύω ότι η λέξη αυτή ξαναμπαίνει στο λεξιλόγιο μας και η έννοια της μέσα μας.
            Ξυπνάμε με έναν πυροβολισμό ή θέλουμε κι άλλους για να μας ξυπνήσουν; Είναι τόσο βαθύς ο ύπνος και δεν ακούμε ή ακούμε το ξυπνητήρι και το κλείνουμε;
Δεν ήταν δικό του το πρόβλημα που τον οδήγησε εκεί. Είναι δικό μας.
Εμείς θα συνεχίσουμε να ζούμε. Το πώς είναι μια άλλη ιστορία