Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Γκρι



Το χαμόγελό σου έχει μια σκιά που δημιουργεί ένα γκρι χρώμα
στις άκρες των χειλιών σου.
Η εξαπάτηση βλέπω να έρχεται κατά πάνω μου
χωρίς να κινούμαι για να την αποφύγω.
Την ελκύω, την προκαλώ.
Έχω στα αυτιά μου αυτή τη μελωδία που βγάζει αυτή η σκιά.
Χρησιμοποιεί τις νότες για γάντζους
και τις παύσεις για σχοινιά για να με κρατήσει.
Αυτές οι παύσεις έχουν μια τέτοια δύναμη
που θεωρώ άσκοπο να προσπαθήσω να φύγω.
Να ξεφύγω.
Δεν θέλω. Περνάω καλά.
Όχι δεν είναι παράδεισος. Είναι κόλαση.
Είναι το μέρος όπου θέλω να βρίσκομαι.
Καληνυχτίζω τον παράδεισο, του κουνάω το χέρι.
Είναι ακριβώς απέναντι.
Ένα μόνο βήμα μου κι εγώ μπορώ να βρεθώ εκεί.
Δεν θέλω.
Θέλω να μείνω στο γκρι της σκιάς.
Θέλω να βουτήξω ένα πινέλο σε αυτό το γκρι
και να ξεκουμπώσω τις μνήμες.
Ο παράδεισος με καίει.
Τρώω παγωτό με γεύση ψαριού.
Αν ακούσουν τη μουσική που ακούω εγώ όλοι θα σωπάσουν.
Έτσι κι αλλιώς θα σωπάσουν.
Μόλις φύγω σαν σφαίρα από όπλο
αφήνοντας το μήλο στον δρόμο
να σέρνεται.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Το άδειο μιας Τετάρτης




Γλίστρησες από τα χέρια, χέρια ανέγγιχτα πια
από τη μυρωδιά σου, χέρια
Πολλοί προσπάθησαν να σου φτιάξουν ένα μέλλον
σε χρώμα κόκκινο σαν το μπλουζάκι που αγαπούσες,
κάποιος γύρισε την κλεψύδρα του θανάτου σου.

Κατέληξες στην άμμο, εκεί που το μέλλον
σε ήθελε να παίζεις,
να φτιάχνεις κάστρα με κύμα ανίκανο να τα γκρεμίσει
αυτά τα κύματα εσένα έσπρωξαν,
το νερό σε ξέρασε εύκολα
κανένα κύμα μεγάλο δεν ξεσηκώθηκε,
ένα μικρό μονάχα.
Φοβόσουν,
φοβόσουν τι θα αντικρίσεις, γύρισες την πλάτη
έτσι σε βρήκαν, με τα μάτια μέσα στην άμμο.
Δεν μας αξίζει η ματιά σου, το μέλλον σου χρωστάμε
ξεγλίστρησες από τη ζωή που δεν σου σώσαμε.

Ο θάνατος όταν έχει όνομα πονάει περισσότερο
όχι αρκετά όμως ώστε να τον ανατρέψει.
Αποτυχία αίσθησης μα  και μνήμης.
Ήταν Τετάρτη πρωί, μια αποτυχημένη Τετάρτη.
Το φευγιό σου πέφτει χρωματιστό, -κόκκινο και μπλε-
δεν έχει όμως λέξεις κι  εγώ παλεύω
να τις βρω, να τις σώσω, πνίγηκαν κι αυτές
μαζί με τις καραμέλες στην τσέπη σου.

Πνίγηκα κι εγώ μες στα άνοστα τσιγάρα
ο αριθμός τους μεγαλύτερος από τα χρόνια σου
με ακούει η μουσική να λέω το όνομά σου
και συνθέτει ένα τραγούδι μελλοντικό χορό χαμένο.

Αν μπορούσες να μας ρωτήσεις θα απαντούσαμε
τον φόβο μας
θα έβλεπες το άδειο μέσα μας ληγμένο απ’ τον καιρό,
εμείς δεν θα ρωτούσαμε τίποτα, εσύ
θα μας χαμογελούσες, θα άνοιγες τα χέρια
και δεν θα μας άφηνες να γλιστρήσουμε.
Ξεχάσαμε την απόγνωση της πραγματικότητας
ξεχάσαμε,
ξεχάσαμε τη μυρωδιά του νηπιαγωγείου
κοιμηθήκαμε πάνω στο μέλλον σου, ξεχαστήκαμε,
κανείς δεν θυμάται το όνομά σου.
Τον αδερφό σου τον έλεγαν Γκαλίπ.