Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ενώνουμε τα καλοκαίρια μας;


Το καλοκαίρι έφυγε, φεύγει, θα φύγει.

Έφυγε, για αυτούς που ξέρουν να αποδέχονται.

Φεύγει, για αυτούς που θέλουν λίγο το χρόνο τους.

Θα φύγει, για αυτούς που αρνούνται.

Όπως και να το πεις, έφυγε. Συγνώμη που σου το χαλάω αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Ένα καλοκαίρι με ή χωρίς διακοπές. Αλλά έκανες την περιήγησή σου χωρίς να ταξιδέψεις. Γνώρισες ενέργειες. Άλλες έφυγαν γιατί ήταν απλά για να φύγουν, άλλες έμειναν, άλλες έφυγαν αλλά θα ξαναέρθουν. Το σημαντικό είναι ότι τις γνώρισες. 

Η ίδια συζήτηση κάθε αρχή του φθινοπώρου. Και σπάνια ακούς ότι το καλοκαίρι είναι μέσα μας. Και σπάνια ακούς «ρε φίλε πέρασες καλά; Κράτα το και προχώρα στα καλύτερα…». Το καλοκαίρι είναι μέσα μου, μέσα σου. Θα μπορούσε δηλαδή. Αλλά εκεί η ευθύνη μεγαλώνει. 

Κάτι άρχισε και κάτι τελείωσε. Θα γκρινιάζεις για αυτό που έφυγε ή θα ανοίξεις την πόρτα σε αυτό που ήρθε και είναι στο χέρι σου να το κάνεις όπως θέλεις εσύ; Και σε όλη αυτή τη διαδρομή από την αρχή μέχρι το τέλος ξεκίνησαν άλλες διαδρομές, που ακόμα συνεχίζονται.

Μην αναλώνεσαι λοιπόν σε αυτό που τελείωσε αλλά σε αυτό που ξεκίνησε πριν από το τέλος ή στο τέλος.
Και αν ενώσουμε τα καλοκαίρια που έχουμε μέσα μας θα γίνει ένα.
Καλή συνέχεια.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Θέλεις να χαράξουμε τα ονόματά μας στο ξύλο;







«Θέλεις να χαράξουμε τα ονόματά μας στο ξύλο;»
 «Όχι» μου απάντησες.
Εγώ ήθελα να νοιώσουμε λίγο παιδιά. Ήξερα γιατί δεν ήθελες. Δεν χρειάστηκε να σε ρωτήσω…Δεν άντεχες να πληγώνεις. Κυρίως αυτά που σου μετέφεραν συναίσθημα.

Εκνευριζόσουν ακόμα και όταν έπαιζαν το αγαπημένο σου τραγούδι. Δεν ήθελες να σπαταλάνε άσκοπα την δύναμή του. Το φύλαγες για ειδικές στιγμές. Άλλοι σε έλεγαν περίεργο, άλλοι ευαίσθητο. 

Δεν έδινες σημασία. Απλά έγραφες. Οι σελίδες σε καταλάβαιναν περισσότερο από τους ανθρώπους. Και ήταν πάντα εκεί. Σε περίμεναν να σε ακούσουν και να σε καταλάβουν. Σε περίμεναν να τις χαϊδέψεις αφήνοντας το σημάδι σου πάνω τους. Σου επέτρεπαν να είσαι αυτό που θέλεις εσύ να είσαι. Τις εμπιστευόσουνα. Δεν σε έκριναν, δεν σε χαρακτήριζαν, αν και το ήθελαν κάποιες στιγμές. Αλλά σε ήθελαν μέσα στην αυθεντική σου ελευθερία. Μια ελευθερία στο κλουβί σου.

«Θέλεις να γράψουμε τα ονόματά μας στο ξύλο;»
«Θέλω» και μου χάρισες ένα γλυκό χαμόγελο…

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Ψωμί και Εντολή




Ένας ηλικιωμένος κύριος, γονατιστός στην άκρη του δρόμου, άπλωνε  το χέρι προς τα αυτοκίνητα που περνούσαν. Γονατιστός. Φώναζε για ψωμί. Φώναζε. Τα ρούχα του, τσαλακωμένα, τρύπια και βρώμικα. Μαύρα. Δεν παρακαλούσε. Απλά φώναζε ‘’ψωμί’’. Γονατιστός, στην άκρη του δρόμου.
Λίγα μέτρα πιο κάτω, στην πλατεία, ένας ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος ζήταγε ‘’εντολή’’ από τους λιγοστούς παρευρισκομένους. Το λένε και ‘’ψήφο’’. Τα ρούχα του ήταν καθαρά και σιδερωμένα .

Ο ηλικιωμένος,  γονατιστός  κύριος στην άκρη του δρόμου φώναζε για ψωμί. Ο ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος φώναζε για ‘’εντολή’’.
Πολλοί έσφιξαν το χέρι του ηλικιωμένου αρχηγού κόμματος.
Κανένας δεν άγγιξε το χέρι του ηλικιωμένου κυρίου στην άκρη του δρόμου.

Ο ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος αποχώρησε με το ακριβό του αυτοκίνητο, το οποίο είχε τον οδηγό του.
Ο ηλικιωμένος,  γονατιστός  κύριος στην άκρη του δρόμου αποχώρησε περπατώντας με την βοήθεια μιας μαγκούρας.

Ο ηλικιωμένος αρχηγός κόμματος κατευθύνθηκε προς το πολυτελές σπίτι του.
Ο ηλικιωμένος γονατιστός κύριος, ποιός ξέρει για πού;